//

Η εξέλιξη της ΓΣΘ

Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να μελετώνται και να εφαρμόζονται πολλές θεραπείες της συμπεριφοράς οι οποίες δεν εντάσσονται στην παραδοσιακή Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία – ΓΣΘ (Cognitive Behavioral Therapy – CBT), αλλά σηματοδοτούν την εξέλιξη και διάνθισή της. 

Μεταξύ των νέων προσεγγίσεων είναι:

  • η Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία (Dialectical Behavior Therapy – DBT, Linehan,1993),
  • η Functional Analytic Psychotherapy – FAP (Kohlenberg & Tsai, 1991),
  • η Mindfulness Based Cognitive Therapy – MBCT (Segal, Williams & Teasdale, 2002),
  • η Acceptance and Commitment Therapy – ACT (Hayes, Strosahl & Wilson, 1999) κ.ά.


Οι νέες αυτές προσεγγίσεις δίνουν έμφαση:

  • στην αποδοχή,
  • την ενσυνειδητότητα (mindfulness),
  • τη διαλεκτική,
  • τις αξίες και
  • τη θεραπευτική σχέση.


Η μεθοδολογία τους είναι περισσότερο βιωματική και λιγότερο διδακτική. Η φιλοσοφία τους είναι ολιστική και όχι μηχανιστική. Οι προσεγγίσεις αυτές ανήκουν στο λεγόμενο "τρίτο κύμα" της ΓΣΘ. Το τρίτο κύμα εστιάζει στην ερμηνεία ή λειτουργία της συμπεριφοράς (τι εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη συμπεριφορά) και στον τρόπο που επηρεάζεται από το περιβάλλον (κάτω από ποιες συνθήκες εμφανίζεται κάθε συμπεριφορά). Τα βασικά σημεία του λειτουργικού περιβαλλοντισμού είναι:

  • έμφαση σε ολόκληρη την κατάσταση
  • ευαισθητοποίηση στο ρόλο του περιβάλλοντος για την κατανόηση της φύσης και της λειτουργίας μιας κατάστασης.


Σύμφωνα με τη Θεραπεία της Αποδοχής και της Δέσμευσης (Acceptance and Commitment Therapy – ACT) οι ψυχολογικές καταστάσεις θεωρούνται συνεχείς αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα άτομα και τα περιβάλλοντά τους. Το περιβάλλον απαρτίζεται από τους στόχους του ανθρώπου. Οι θεραπευόμενοι ενθαρρύνονται να εστιάσουν στις ανάγκες και τους στόχους τους, προκειμένου να ζουν σύμφωνα με τις αξίες που δίνουν νόημα και ικανοποίηση στη ζωή τους. Οι θεραπευόμενοι καλούνται να είναι ανοιχτοί και να αποδέχονται κάθε ψυχολογική κατάσταση ακόμα κι αν είναι «ανυπόφορη» ή «παράλογη».  

Η κεντρική έννοια της ACT είναι ότι ο ψυχολογικός πόνος προκαλείται συνήθως από την αλληλεπίδραση γλώσσας-αντίληψης και του ελέγχου της συμπεριφοράς. Η ψυχολογική δυσφορία σχετίζεται με:

  • την αποφυγή νέων συμπεριφορών,
  • τη «συγχώνευση» με τις αρνητικές σκέψεις,
  • την απώλεια επαφής με το παρόν και
  • την αδυναμία πραγματοποίησης βημάτων που θα οδηγήσουν στην επίτευξη των αξιών στη ζωή.


Η βασική μεθοδολογία με στόχο την αλλαγή δεν σχετίζεται με τη διόρθωση των δυσλειτουργικών πεποιθήσεων, αλλά την με την αναγνώριση και την αποδοχή τους. Η έμφαση δίνεται στην αναγνώριση ή διαμόρφωση των αξιών σύμφωνα με τις οποίες αξίζει ένα άτομο να ζει.

Το πρώτο κύμα

Η Συμπεριφορική Θεραπεία συγκαταλέγεται στο λεγόμενο πρώτο κύμα. Οι πρώτοι θεραπευτές της συμπεριφοράς πίστευαν ότι οι θεωρίες έπρεπε να έχουν ένα θεμελιώδες επιστημονικό έρεισμα και να στηρίζονται σε αποτελέσματα ερευνών. Η Συμπεριφορική Θεραπεία εστιάστηκε άμεσα σε προβληματικές συμπεριφορές και αρνητικά συναισθήματα, σύμφωνα με τις αρχές της κλασικής εξαρτημένης μάθησης και της συντελεστικής μάθησης. Ο στόχος δεν ήταν να επιλυθούν οι υποτιθέμενοι ασυνείδητοι φόβοι και οι επιθυμίες, αλλά να αλλάξουν οι δυσλειτουργικές συμπεριφορές.

Το δεύτερο κύμα

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 οι λεγόμενοι νέο-συμπεριφοριστές άρχισαν να προσθέτουν και άλλες παραμέτρους στη θεωρία της Συμπεριφορικής Θεραπείας. Η σύγχρονη τότε Γνωστική Ψυχολογία καθιέρωσε μια πιο πλήρη θεωρητική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η συμπεριφορά επηρεάζεται από τον τρόπο που επεξεργαζόμαστε τις πληροφορίες ή τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα. Οι συμπεριφορικοί θεραπευτές γνώριζαν ότι έπρεπε να ασχοληθούν περισσότερο με τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Ξεκίνησε λοιπόν το κίνημα της Γνωσιακής Θεραπείας (Beck, Rush, Shaw & Emery,1979. Mahoney,1974. Meichenbaum, 1977). Ο μεθοδολογικός συμπεριφορισμός δημιούργησε το έδαφος για τη μετάβαση στο λεγόμενο δεύτερο κύμα της Συμπεριφορικής Θεραπείας. Στο δεύτερο κύμα δόθηκε έμφαση σε γνωσιακές παραποιήσεις (ή λανθασμένες σκέψεις), δυσλειτουργικά σχήματα και μη βοηθητικούς τρόπους επεξεργασίας της πληροφορίας. Ο στόχος ήταν να μειωθούν οι σκέψεις αυτές μέσω της παρατήρησης, της διόρθωσης και της αμφισβήτησης.